Staying in focus

It is actually very funny, but I had to write a whole article about a spontaneous thought, which lasted no more than two seconds – or so. In fact, I love to photograph things. Thus, I was somewhere outside again playing with the light and observing things – static things, moving things, things beeing borned and things dying. At this point, I will already abandon the self-narrative style and try to adopt a more hetero-narrative writing (maybe a third-person narration?). It is always more comfortable keeping a distance from things.

Photographers love pressing the shutter button on their cameras, but moreover they love hearing the sound of the shutter, when opening and closing – paradoxically the sound is not every time the same; it depends on the camera as well. There is also one more (of the many) possibility given to those, who are working with a digital camera; the possibility to instantly focus on the object they are taking the photograph of. In fact most digital cameras are doing the hard job literally “alone” by choosing some areas to focus on – and partly suggesting to the photographer the potential possibilities.

There is of course the possibility of manual focus in digital cameras, but the process described further above refers to autofocus – mainly for the sake of the authenticity and purity of the depiction of that very first and spontaneous thought.

At this point, I must admit that I often make fun of my own camera, when forcing my camera to focus on things, where it’s practically impossible to focus on due to multiple factors – mainly technical I suppose, but external too. There is no bigger suffering than watching the lens moving back and forth, trying to find the appropriate conditions in order to eventually focus on a certain area or spot. It really sounds sick; I mean I wouldn’t ever laugh at someone or something that is suffering, but I think that it is foremost the sound, which made the whole situation ridiculous (that robotic sound of the future). Anyway, the crux is that this hard attempt to focus on something – anything – immediately brought to my mind a very contemporary problem; that need of constant focus on each activity and the final incapability to focus on everything at the same time. Considering the digital cameras focus mechanism as a way (and metaphor) to describe modern society, its activities and partial inability to focus effectively on one thing at the time, could undoubtedly be proved as unreliable and fatuous too; however this isn’t an academic paper and a magnificent argumentation isn’t necessarily needed. It’s just an idea.

I want to be totaly honest; I was thinking about society in regard to the “medial turn” and that new relationship people build with media and technology in general and social media in particular. So, back to the camera focus process; it felt for a moment – or many probably – as if society was the lens, that was desperately trying to focus on something – anything – and overcome the blurry areas. I have to admit that I like that abstract “focus on something – anything”. It carries a generous dose of irony in it. And yes, it slightly became hard to focus on one thing and effectively complete a task at a time.

Today, people live in a world full of possibilities due to the technical developments and achievements. The technical development per se isn’t bad at all. Machines can’t take on responsibilites anyway – untli now. Thus, people can freely choose, how to 1) use machines and if 2) they want to use machines – at least wherever this isn’t obligatory – and 3) how to organize time when using machines. And my latest conversations with others showed that this sort of “inner-management” isn’t always going well. I mean, one has to be really disciplined to manage everything and not only to manage everything, but to manage that “everything” succesfully. There is certainly a big amount of energy required there. People often complain about their inability to fulfill simple tasks – they are probably too boring because of their simplicity – and others can’t fulfill tasks they used to fulfill (e.g. reading a book or completing a puzzle). Is the problem the simplicity or the need for patience in these tasks? The fact that people are offered an endless repertoire of possibilities (and by possibilities I mean the media) is a new notion of 1) how information is perceived and 2) how time is divided or in general how time is understood.

That struggle of my camera lens to find a spot to focus on, fired thoughts like those above and made me also unfold my love for metaphors and images.


Πέρασμα χλόης

Το μικρό ρυάκι στο κοντινό του κήπου με τα σταφύλλια έχει μετατραπεί

σε μαλακή χαράδρα πρασίνου

Εκεί κάποτε τρυφερά κ᾽ανέμελα περνούσε το νερό

Τώρα πια η χλόη μοιάζει να χαίρεται μοναχά με μερικές πρωινές σταγόνες δροσιάς

Εκείνο το ποτάμι βροχής που την χάιδευε κάποτε, δε χρειάζεται πια


Εγώ περνώντας από αυτή τη καμπύλη φτιαγμένη από πράσινο

κόβω από χάμω στο μικρό λόγκο αγριόχορτων κάτι που μοιάζει με ρίγανη

Πράγματι, όταν θα το τρίψω στις παλάμες μου θα μου χαρίσει τη μυρωδιά της ρίγανης

Τί αναστάτωση προσώπου

δηλαδή βρίσκω μερικές αναπνοές βαθειές να ρουφήξω μέσα στη φρεσκάδα της ρίγανης

και εκεί ξεκινάει η πιο ζωντανή γύρα μέσα στα αμπέλια


Τα αγριόχορτα ψιλά και ξερά θα αγκαλιάσουν το φόρεμα που τα διαπερνά

προχωρώντας στο μακρόστενο μονοπάτι

Θαρρείς και τα αγριόχορτα έγιναν τώρα εκείνο το γυναικείο σώμα που τα σκίζει με αργά


Τα χρώματα μπερδεμένα, μα τα φυτά ξυπνούν την αίσθηση της αφής


Τώρα δεν έχω τίποτα άλλο να πω πέρα από αυτά, καθώς παίρνω το δρόμο της επιστροφής

και ο δρόμος της επιστροφής θα είναι ποτισμένος με άσφαλτο και τσιμέντα.





Δύο μπουνιές πίσω από ένα ζευγάρι μάτια –

ο πόθος για τις πιο βαθειές αναπνοές, η επιβεβαίωση της ζωής που βρίσκεται στον αέρα

Μερικές φορές τα μάτια θα ανάψουν με ζωντάνια στη πιο βαθειά αναπνοή

– μια στο τόσο.

Ξύπνα από το λήθαργο σου ακόμη και με κοιμησμένα μάτια και πες

πως κάποιος πάει να σε ξεγελάσει.

Οι φλογισμένες μπουνιές πίσω από τα μάτια θα είναι οι φωνές της ψυχής που από

καιρό έχει παγώσει.

Κανένας χρόνος δεν είναι χαμένος και παρόλη τη ματαιότητα που έντυσε εκείνα τα

αυτολυπητικά οστά, θα δεις, θα συλλέξεις μερικά ανάλαφρα μικροφτερά για τις

πιο όμορφες μικρές, μεγάλες πτήσεις – εκεί ο χρόνος δε θα υπάρχει.


Ο ήλιος τώρα περνάει μέσα από τα διάφανα του λεωφορείου και μια συμμαθήτρια από τα

παλιά σκαρφαλώνει μέσα του

Είναι αλλαγμένη και όμορφη

κάποτε ήταν λιγότερο όμορφη, μα τώρα είναι πραγματικά τόσο όμορφη μέσα στο λευκό

πουκάμισο της

τα σγουρά μαλλιά της με τις φροντισμένες μπούκλες

Μιας και οι θέσεις μας είναι μακρινές και εγώ κάθομαι στο πίσω μέρος του λεωφορείου,

μπορώ να την παρατηρήσω με μεγαλύτερη ηρεμία

Με πετυχαίνω μέσα στις μπούκλες της και με βρίσκω μέσα στο φως του ήλιου

που τις διαπερνάει έτσι όπως στριφογυρίζουν


Όταν θα κατέβω από το λεωφορείο ένας περαστικός με μία βέσπα θα μου κορνάρει

και θα με καλημερίσει

Δε θα έχει παραπάνω από εξήντα χρόνια και με το πουκάμισο του ανοιχτό, χαμογελαστός,

αδίστακτος, θα συνεχίσει τις βόλτες του με τη μικρή του βέσπα

Μα κοίτα να δεις, κάποιος σαν εκείνον με ήλιο ψυχής πώς μιλά τώρα και λιώνει τη

παγωμένη μου ψυχή μονομιάς – ένα μελαγχολικό χαμόγελο κάνει την εμφάνιση του


Εκείνες οι εικόνες με αναγκάζουν να αποτυπώσω κάθε λεπτομέρεια τους με βαθειά

αγάπη και μελαγχολία στη δική μου μοναδική έκφραση ευτυχίας.












Δε κόπηκα ποτέ ξανά όπως κόπηκα ετούτη εδώ την ώρα

και το νερό που τρέχει μέσα μου δεν άφησε στίγματα ολόκαυτα στο δέρμα όπως τώρα ποτέ ξανά

οι ζάρες δεν ελύγισαν στα μάτια όπως τώρα

και η καρδιά δε κραύγασε με λαιμό που σπάζει και με πόνο ατελείωτο ποτέ της έτσι όπως ετούτη εδώ την ώρα.


Τί είναι το τρύπημα ψυχής και το χάσιμο της όρασης,

φάντασμα άσπρο αφήνει το πρόσωπο, λευκό και παγωμένο

και της λησμονιάς το φάρμακο σα να ζητάς ύστερα από φίλους και γνωστούς

Ο πόνος σε κάνει να πιστεύεις σε όσα δεν υπάρχουν και πόδια δεν έχουν

και προτού ξανα πέσεις στα ωραία και ανάλαφρα, καλά πριν θα το ‘χεις σκεφτεί.


Πολεμιστής άγριος, δαιμονικό αγρίμι, που δεν αναπνέει μπροστά σε κανέναν,

έτσι ο έρωτας που σπάζει, σε μεταμορφώνει

και τρέχεις μετά το κουβάρι το ορθάνοιχτο, με νήματα ξεχυμένα

εσύ να το μαζεύεις

Μπας και ξανα αρχίσεις σε χρόνο διαφορερικό καλύτερο το άνοιγμα

κάπου στο επόμενο σου το βόλι.







Μέσα από τα διάφανα

Όλα μοιάζουν άλλα μέσα από διάφανα τζάμια,

διάφορες στρώσεις μπροστινές από φόντα που αλλάζουν

Δες πώς τα μάτια χάνονται μέσα στα σκέρτσα της αλλοίωσης αυτής

και τώρα κάθετι λιώνει δίχως να ανησυχεί για αυτή τη μεταμόρφωση.


Δύο ζευγάρια μάτια τώρα μετατρέπονται σε μια λεπτή γραμμή [και ευθύς αμέσως εξαφανίζονται]

Σιγά σιγά αυτή η γραμμή φτάνει να γίνει μια κουκίδα.

Τί απομένει από αυτή τη κουκίδα;

– Τα ζευγάρια μάτια έχουν πια σίγουρα εξατμιστεί.


Άραγε τέτοιες διάφανες επιφάνειες να επαρκούν για τη δική μας

μεταμόρφωση ή τα σώματα που χορεύουν μπροστά από άλλα

γλυκαίνουν απλώς τις παραισθήσεις;


Τα μάτια βυθίζονται μέσα σε αυτό το λιώσιμο, μακρυά από κάθε ρεαλιστική μορφή,

ξερώ και αυστηρή για εμένα. Σιγά σιγά βλέπω το πρόσωπο μου να μεταμορφώνεται.

Έχω εισχωρήσει.








Πώς θα είσαι βγαλτός έξω από το σώμα,

μα συνάμα ολότελα μέσα σου ῏μέσα του –

είναι αυτό άραγε το αιώνιο ντελίριο

είναι αυτός ο αέρας της αιωνιότητας῏της μάταιας αιωνιότητας

και αν ναι, ποιοί και πόσοι μπορούν

να ζήσουν εκεί μέσα ή για πόσο


Μερικοί άλλο δρόμο δε ξέρουν, ούτε άλλο τρόπο

παρά μόνο να πετούν και σαν αερικά να κινούνται

βλέπεις μέσα στην κίνηση το κεφάλι λησμονεί, το βάσανο μικραίνει.


Κράτα το πρόσωπο ψηλά῏για όσο το έχεις δηλαδή ακόμη

βάστα το σε ύψος εμφανίσιμο, για όσο το έχεις ακόμη

φώναξε το με τη φωνή του και άσε το να σε φωνάξει με την ίδια φωνή,

για όσο το έχεις ακόμη

μέχρι να λιώσει, μέχρι να γίνει ένα με την υπόλοιπη ύλη

και τα βλέφαρα γλυκά να σιγολιώσουν απάνω σε όσα βρούνε.


Βάστα όλα τα μέρη του σώματος ορθωτά

για όσα αυτά λένε να μείνουν εκεί ψηλά

από ψηλά να βλέπεις όλες τις εικόνες τις περαστικές

και σιγά σιγά να κατεβαίνεις προς την γη.


Αυτή είναι η παρατήρηση των εικόνων και όσων σε βρίσκουνε μέσα από αυτές.

Αυτό είναι το σώμα με την ύλη του.

Και η αιωνιότητα η μάταια που έρχεται στα ζωντανά του σώματος μέσω της παρατήρησης

και της αλληλεπίδρασης με τις διάφορες εικόνες.


Στην πραγματικότητα της επανάληψης

θα δεις με την εισαγωγή του τρόπου

την επανάληψη να μεταμορφώνεται

και από επαναληπτικό τέρας να μαλακώνει

σε ανάλαφρο ανθό που με τον άνεμο ταξιδεύει.


Αν θες να ξορκίσεις την επανάληψη

δεν έχεις άλλο τρόπο από την επινόηση

ενός τρόπου.


Άλλο δρόμο δεν βρίσκω για την αποφυγή

της επανάληψης λοιπόν

παρά μόνο την ελευθερία όλων των άκρων,

θα δεις τώρα λιωμένους μυς με κατεύθυνση προς τη γη,

ένα με τους αιθέρες

που σε μπάζουν μέσα στο καλούπι σου.


Διαφυγή άλλη δε θα βρεις από το τέρας της επανάληψης

παρά μόνο την αγάπη προς τον τρόπο

και την επινόηση ενός τρόπο

που στο τέλος ούτε τρόπος δε θα είναι ούτε τίποτα,

μα μονάχα η δική σου ρευστότητα.


Επειδή αρχίνισα να λησμονώ

τις σκέψεις σε ανοργανωσιά να εκτελώ

και να βρίσκω τις ηδονές στο κενό του τίποτα – της φαινομενικής απραγίας

να παράγω με δίψα εικόνες και οράματα, τη μία μετά την άλλη, το ένα μετά το άλλο

γι᾽αυτό με θεώρησα άρρωστη στο μυαλό πολλές φορές

– μη λειτουργικό ζωντανό κομμάτι πια –

ύστερα κατάλαβα ότι

είχα γύρει ελαφρώς εκεί απάνω όπως ακροβατούσα πάνω στο σχοινί,

είχα γύρει ελαφρώς λοιπόν προς τη μεριά της φολί,

δηλαδή όπως λένε τη τρέλα στα γαλλικά.

Στη συνειδητοποίηση αυτή χαμογέλασα σε απόλυτη γαλήνη.


Ακροβάτης χωρίσματος

Από τη μία προς την άλλην άκρη,

στο πέρασμα της γέφυρας

θα έβλεπες στ᾽αριστερά σου

σα χρυσαφένιες μπουκλίτσες από τον ήλιο απάνω στο νερό

σε πολλαπλά πηδήματα

χωρίς κανέναν προκαθορισμένο ρυθμό.


Στα δεξιά άμα θα γύριζες το βλέμμα να κοιτάξει

άλλο νερό θα έβλεπες

που έξυπνα το πέτρωμα χωρίζει αυτά τα δυό,

δηλαδή το φως από το σκοτάδι.

Ετούτη λοιπόν η μεριά, η άλλη, κρατά τα νερά της σκοτεινά

και οι σκιές ψυχραίνουνε κάθε κίνηση που θα φάνταζε πλαστικιά.


Για φαντάσου ετούτο το μικρό κεφαλάκι

που με το νου του

τρέφει την οφθαλμαπάτη

Έτσι νομίζει προχωρεί πάνω σε πέτρινο ακροβατικό σκοινί

και όχι σε γεφύρι·

μα έτσι πρέπει να ᾽ναι δηλαδή,

μιας και ο άνεμος με φόρτσα χτυπάει το

καταμεσής του γεφυρώματος κινούμενο σώμα.


Αυτό άμα το έβλεπες από κάπου μακρυά ή και κοντά,

αφημένο με κάθε φυσικότητα ήτανε σε κάθε σπρώξιμο του ανέμου·

μήτε να αντισταθεί, μήτε να φοβηθεί

ο άνεμος το ήθελε προς τ᾽αριστέρα

– χωμένο – πεσμένο μες τις μπούκλες, του ήλιου τα υδάτινα τριχιά.


Λίγο προτού συμβεί,

ο χρόνος με τη κίνηση διαλέξανε μιαν άλληνε στιγμή·

δηλαδή το σώμα το ακροβατικό είχε πια φτάσει στην άλλην άκρη

και κάπως έτσι ο άνεμος θα έψαξε για άλλον ακροβάτη

που να μπορεί να αφεθεί λεύτερος πάνω σε πέτρινο σχοινί

και στην όποια μέση κάθε χωρίσματος.

















Καθρέπτες με χρώματα

Οι αντανακλάσεις δύο περιστρεφόμενων κυκλικών διαφανειών μέσα στο σκοτάδι κάπου εκεί, μακρυά, μέσα στο άγνωστο βάθος. Η μία διαφάνεια δίπλα στην άλλη να περιστρέφονται και το εφέ καθρέπτη σε συνάντηση με τα μάτια μου – χτυπά τις πόρτες της εξωτερικής μεμβράνης των ματιών μου και μοιάζει με ένα περίεργο γαργαλητό που εισχωρεί σε όλο μου το σώμα – ένα ακόμη ξαπλωμένο σώμα. Έχω μάλλον σχεδόν υπνωτιστεί από αυτό το καθρέπτισμα – τόσο που τα λεπτά, η ώρα ολόκληρη, θα περνούν δίχως καμία αντίληψή τους. Εάν το πέρασμα του χρόνο πράγματι αληθεύει δηλαδή. Χάνομαι στο καθρέπτισμα που παίζεται εκεί απέναντι, μακρυά, μέσα στο άγνωστο μαύρο: Είναι το χάσιμο μέσα στην άβυσσο της παρακολούθησης.

Τα ραντεβού μου με τις περιστρεφόμενες αυτές κυκλικές διαφάνειες σε επαναλήψεις καιρό τώρα. Ξαπλωμένη μέσα στο σκοτεινό δωμάτιο – δωμάτιο κουτί – με ξερά χείλη. Στην αρχή, είχα εντοπίσει μονάχα τον ένα περιστρεφόμενο δίσκο και καθώς στριφογύριζε, μου μαρτύρισε ένα απέραντο φάσμα χρωματισμών – όλους τους πιθανούς χρωματικούς συνδυασμούς μέσα από αυτή τη διαδικασία καθρεπτίσματος: Σα λέπια από ψάρι που αλλάζουν χρώματα μέσα στο νερό, όταν πέφτει απάνω τους το φως του ήλιου.

Αυτό είναι λοιπόν!

Βρισκόμουν τελικά κάπου βαθιά, μέσα στον πάτο της θάλασσας. Πολύ πιθανό να ήμουν και εγώ ένα ψάρι περαστικό από φύκια και υποβρύχιες βραχοσκαλωσιές. Μα ποιό ψάρι παρακολουθεί τα λέπια των άλλων ψαριών;

Κίτρινες, μπλε αντανακλάσεις και τα λέπια να χορεύουν – αυτά τα χρώματα για τον πρώτο περιστρεφόμενο δίσκο που μου εμφανίστηκε. Ο επόμενος παραδίπλα, θα έκανε την εμφάνιση του σε πράσινο και βιολετί.

Αργότερα, όταν θα αποφασίσω να εγκαταλείψω το βυθό της θάλασσας, θα φροντίσω για τεχνητό φως μέσα στο κουτί μου, θα σηκωθώ στα δύο μου πόδια, όπου θα ανακαλύψω μάλλον ότι τελικά δεν είμαι ένα ψάρι με λέπια. Είμαι και εγώ από αυτά που συχνά μ’αρέσει να αποκαλώ ως “δίποδα”. Ναι. Είμαι ένα δίποδο. Ξέρω ότι τα υπόλοιπα δίποδα δε θα με πιστέψουν όταν τους πω ότι ήμουν για λίγο ή και για πολύ ένα ψάρι με πολύχρωμα λέπια. Ίσως να μη θέλουν να φανταστούν πώς είναι να είσαι κάτι άλλος εκτός από ένα δίποδο.

Σίγουρα με μεταμόρφωσα σε πλάσμα με πτερύγια και στρογγυλό στόμα, για να πιστεύω ότι η φυγή θα ᾽ναι ευκολότερη. Έτσι τουλάχιστον σκεπτόμουν, όπως βρίσκω μήνες πολλούς μετέπειτα, ζώντας τότε μεν σε μιά πόλη μπουκωμένη από υγρασία, κρυάδα και μουντάδα, αρκετά μονδέρνα και κουλ δε. Με πτερύγια, στρογγυλό στόμα για έξτρα οξυγόνωση και κρυφό ασθμαίνοντας – έτσι έμοιαζε η φαντασίωση της φυγής. Φυγή για λύπηση. Ή ο καλός παρηγορητής θα ψιθύριζε καλοπροαίρετα φυγή γεμάτη φαντασία. Μα τί ευφάνταστη μπορεί να γίνει σε κάποιους η θλίψη και πώς αλλάζει μονομιάς με τη προσθήκη κωμικών στοιχείων!

Αληθεύει ότι για πόσες ώρες που δε γνωρίζω, είχα χαθεί μέσα σε ᾽κείνο το κουτί – το πρώτο κουτί φιλοξενίας ήτανε αυτό – και ελάμβανε χώρα μία παράξενη μεταποίηση αντικειμένων εντός και εκτός του κουτιού. Περίεργες μεταποιήσεις απεσταλμένες μυροφόρες μιας αρρωστημένης θλίψης. Αυτές μετά από πολλές ώρες και όταν βράδιαζε – έτσι ώστε να αρχίσουνε οι σκιές να παίζουνε μες το σκοτάδι – αρχίζανε να κλωσσούνε νέες παράξενες εικόνες που από βαθιά μαυρισμένες, εγινόντανε παράξενα γλυκές, υπέρμετρα χαρωπές και σίγουρα πέρα για πέρα φανταστικές, ναι σουρεαλιστικές θα τις χαρακτήριζανε μερικοί κιόλας. Βλέπετε, οι δίσκοι που ξεκινήσανε σα δίσκοι, είχανε την κατάληξη τους στο μπάτο των υδάτων και της αλμύρας ως ψάρια σε πολλαπλούς χρωματισμούς.

Ύστερα, αυτά τα ψάρια, το βράδυ θα παίζανε αναμεταξύ τους ανέμελα χίλια δυό παιχνίδια του βυθού. Έτσι θα διασκέδαζαν τον σκέπτη και δημιουργό τους, ο οποίος θα είχε καταπέσει στη βαθύτερη μελαγχολία, που όμως αυτή είναι γλυκύτερη και προτιμότερη από την αβάσταχτη θλίψη που έρχεται και στέκεται σαν διαβολεμένο βαρίδιο απάνω στο μικρό στηθάκι, ακυρώνοντας κάθε προσπάθεια αναπνοής. Όχι μόνο θα παίζανε τα χρωματιστά ψάρια αναμεταξύ τους, αλλά και θα τηγανιζότανε για άγνωστους χρόνους, αναδύοντας οσμές σε χρώματα. Στο τέλος κανένας δε θα τα φάγωνε. Θα γύριζαν εκ νέου μέσα στα ύδατα και τραγουδώντας στίχους που ποτέ δε θα φανταζότανε κανείς ότι μπορούσανε τα ψάρια να τραγουδούνε, θα περνούσανε από κρυφά υπόγεια περάσματα σκορπώντας τα χρώματα τους, ανάμεσα από βράχια και φύκια, πετραδάκια και κογχύλια.

Θέλω να πω δηλαδή, εκείνα τα συνεχόμενα μεταίχμια που λαμβάνουνε χώρα μέσα σε τρομερή σιγή και άγνωστη σε χρόνους μοναχική παρατήρηση, κρύβουνε μέσα τους στ´αλήθεια το πιο υπέροχο μυστικό. Μα και το πιο φρικιαστικό στ᾽αλήθεια, ιδιαίτερα τη στιγμή θέασης και αποκάλυψης του. Παρατηρητής των ίδιων σου των μυστικών, δηλαδή άγνωστων έως εκείνο το σημείο δυνατοτήτων – ένα ακούραστο σπρωχτήρι παραγωγής σκέψεων και εικόνων, μπρος – πίσω, πέρα δώθε, προς όλες τις κατευθύνσεις. Σπρωχτήρια, πύλες των μεταιχμίων.

Ο καθρέπτης έπαιξε τα πιο φανταστικά χρώματα μέσα σε περίοδο καταχνιάς και ασφυξίας, μέσα σε χώρο θολωμένο από την υγρασία και τη μουντάδα. Ήτανε θαρρείς εκείνο το είδος νου που δε γνώριζε πια αν είχε την υγειά του ή είχε αποφασίσει να ενταχθεί στην όποια αρρώστια. Ήταν εκείνος ο νους που πατούσε σε μία ενδιάμεση γραμμή – μεταιχμιακή. Έκαμε ακροβατικά απάνω σε σκοινί, σε συχνότατες αμφιταλαντεύσεις κ᾽ασκήσεις ισορροπίας και προτού πέσει, γύριζε τη σκηνή που όλοι θα έβλεπαν σε εύθυμη κωμωδία. Όμως ο καθρέπτης, όπως προαναφέρθηκε, έκαμε την αρχή του σε σκοτεινά περιβάλλοντα.

Συχνά με βάζει στο ερώτημα, τί χρώματα θα έδινε σε χώρο εξαρχής χαρωπό και ιδανικό.