Staying in focus

It is actually very funny, but I had to write a whole article about a spontaneous thought, which lasted no more than two seconds – or so. In fact, I love to photograph things. Thus, I was somewhere outside again playing with the light and observing things – static things, moving things, things beeing borned and things dying. At this point, I will already abandon the self-narrative style and try to adopt a more hetero-narrative writing (maybe a third-person narration?). It is always more comfortable keeping a distance from things.

Photographers love pressing the shutter button on their cameras, but moreover they love hearing the sound of the shutter, when opening and closing – paradoxically the sound is not every time the same; it depends on the camera as well. There is also one more (of the many) possibility given to those, who are working with a digital camera; the possibility to instantly focus on the object they are taking the photograph of. In fact most digital cameras are doing the hard job literally “alone” by choosing some areas to focus on – and partly suggesting to the photographer the potential possibilities.

There is of course the possibility of manual focus in digital cameras, but the process described further above refers to autofocus – mainly for the sake of the authenticity and purity of the depiction of that very first and spontaneous thought.

At this point, I must admit that I often make fun of my own camera, when forcing my camera to focus on things, where it’s practically impossible to focus on due to multiple factors – mainly technical I suppose, but external too. There is no bigger suffering than watching the lens moving back and forth, trying to find the appropriate conditions in order to eventually focus on a certain area or spot. It really sounds sick; I mean I wouldn’t ever laugh at someone or something that is suffering, but I think that it is foremost the sound, which made the whole situation ridiculous (that robotic sound of the future). Anyway, the crux is that this hard attempt to focus on something – anything – immediately brought to my mind a very contemporary problem; that need of constant focus on each activity and the final incapability to focus on everything at the same time. Considering the digital cameras focus mechanism as a way (and metaphor) to describe modern society, its activities and partial inability to focus effectively on one thing at the time, could undoubtedly be proved as unreliable and fatuous too; however this isn’t an academic paper and a magnificent argumentation isn’t necessarily needed. It’s just an idea.

I want to be totaly honest; I was thinking about society in regard to the “medial turn” and that new relationship people build with media and technology in general and social media in particular. So, back to the camera focus process; it felt for a moment – or many probably – as if society was the lens, that was desperately trying to focus on something – anything – and overcome the blurry areas. I have to admit that I like that abstract “focus on something – anything”. It carries a generous dose of irony in it. And yes, it slightly became hard to focus on one thing and effectively complete a task at a time.

Today, people live in a world full of possibilities due to the technical developments and achievements. The technical development per se isn’t bad at all. Machines can’t take on responsibilites anyway – untli now. Thus, people can freely choose, how to 1) use machines and if 2) they want to use machines – at least wherever this isn’t obligatory – and 3) how to organize time when using machines. And my latest conversations with others showed that this sort of “inner-management” isn’t always going well. I mean, one has to be really disciplined to manage everything and not only to manage everything, but to manage that “everything” succesfully. There is certainly a big amount of energy required there. People often complain about their inability to fulfill simple tasks – they are probably too boring because of their simplicity – and others can’t fulfill tasks they used to fulfill (e.g. reading a book or completing a puzzle). Is the problem the simplicity or the need for patience in these tasks? The fact that people are offered an endless repertoire of possibilities (and by possibilities I mean the media) is a new notion of 1) how information is perceived and 2) how time is divided or in general how time is understood.

That struggle of my camera lens to find a spot to focus on, fired thoughts like those above and made me also unfold my love for metaphors and images.

Advertisements

Ακροβάτης χωρίσματος

Από τη μία προς την άλλην άκρη,

στο πέρασμα της γέφυρας

θα έβλεπες στ᾽αριστερά σου

σα χρυσαφένιες μπουκλίτσες από τον ήλιο απάνω στο νερό

σε πολλαπλά πηδήματα

χωρίς κανέναν προκαθορισμένο ρυθμό.

 

Στα δεξιά άμα θα γύριζες το βλέμμα να κοιτάξει

άλλο νερό θα έβλεπες

που έξυπνα το πέτρωμα χωρίζει αυτά τα δυό,

δηλαδή το φως από το σκοτάδι.

Ετούτη λοιπόν η μεριά, η άλλη, κρατά τα νερά της σκοτεινά

και οι σκιές ψυχραίνουνε κάθε κίνηση που θα φάνταζε πλαστικιά.

 

Για φαντάσου ετούτο το μικρό κεφαλάκι

που με το νου του

τρέφει την οφθαλμαπάτη

Έτσι νομίζει προχωρεί πάνω σε πέτρινο ακροβατικό σκοινί

και όχι σε γεφύρι·

μα έτσι πρέπει να ᾽ναι δηλαδή,

μιας και ο άνεμος με φόρτσα χτυπάει το

καταμεσής του γεφυρώματος κινούμενο σώμα.

 

Αυτό άμα το έβλεπες από κάπου μακρυά ή και κοντά,

αφημένο με κάθε φυσικότητα ήτανε σε κάθε σπρώξιμο του ανέμου·

μήτε να αντισταθεί, μήτε να φοβηθεί

ο άνεμος το ήθελε προς τ᾽αριστέρα

– χωμένο – πεσμένο μες τις μπούκλες, του ήλιου τα υδάτινα τριχιά.

 

Λίγο προτού συμβεί,

ο χρόνος με τη κίνηση διαλέξανε μιαν άλληνε στιγμή·

δηλαδή το σώμα το ακροβατικό είχε πια φτάσει στην άλλην άκρη

και κάπως έτσι ο άνεμος θα έψαξε για άλλον ακροβάτη

που να μπορεί να αφεθεί λεύτερος πάνω σε πέτρινο σχοινί

και στην όποια μέση κάθε χωρίσματος.

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Καθρέπτες με χρώματα

Οι αντανακλάσεις δύο περιστρεφόμενων κυκλικών διαφανειών μέσα στο σκοτάδι κάπου εκεί, μακρυά, μέσα στο άγνωστο βάθος. Η μία διαφάνεια δίπλα στην άλλη να περιστρέφονται και το εφέ καθρέπτη σε συνάντηση με τα μάτια μου – χτυπά τις πόρτες της εξωτερικής μεμβράνης των ματιών μου και μοιάζει με ένα περίεργο γαργαλητό που εισχωρεί σε όλο μου το σώμα – ένα ακόμη ξαπλωμένο σώμα. Έχω μάλλον σχεδόν υπνωτιστεί από αυτό το καθρέπτισμα – τόσο που τα λεπτά, η ώρα ολόκληρη, θα περνούν δίχως καμία αντίληψή τους. Εάν το πέρασμα του χρόνο πράγματι αληθεύει δηλαδή. Χάνομαι στο καθρέπτισμα που παίζεται εκεί απέναντι, μακρυά, μέσα στο άγνωστο μαύρο: Είναι το χάσιμο μέσα στην άβυσσο της παρακολούθησης.

Τα ραντεβού μου με τις περιστρεφόμενες αυτές κυκλικές διαφάνειες σε επαναλήψεις καιρό τώρα. Ξαπλωμένη μέσα στο σκοτεινό δωμάτιο – δωμάτιο κουτί – με ξερά χείλη. Στην αρχή, είχα εντοπίσει μονάχα τον ένα περιστρεφόμενο δίσκο και καθώς στριφογύριζε, μου μαρτύρισε ένα απέραντο φάσμα χρωματισμών – όλους τους πιθανούς χρωματικούς συνδυασμούς μέσα από αυτή τη διαδικασία καθρεπτίσματος: Σα λέπια από ψάρι που αλλάζουν χρώματα μέσα στο νερό, όταν πέφτει απάνω τους το φως του ήλιου.

Αυτό είναι λοιπόν!

Βρισκόμουν τελικά κάπου βαθιά, μέσα στον πάτο της θάλασσας. Πολύ πιθανό να ήμουν και εγώ ένα ψάρι περαστικό από φύκια και υποβρύχιες βραχοσκαλωσιές. Μα ποιό ψάρι παρακολουθεί τα λέπια των άλλων ψαριών;

Κίτρινες, μπλε αντανακλάσεις και τα λέπια να χορεύουν – αυτά τα χρώματα για τον πρώτο περιστρεφόμενο δίσκο που μου εμφανίστηκε. Ο επόμενος παραδίπλα, θα έκανε την εμφάνιση του σε πράσινο και βιολετί.

Αργότερα, όταν θα αποφασίσω να εγκαταλείψω το βυθό της θάλασσας, θα φροντίσω για τεχνητό φως μέσα στο κουτί μου, θα σηκωθώ στα δύο μου πόδια, όπου θα ανακαλύψω μάλλον ότι τελικά δεν είμαι ένα ψάρι με λέπια. Είμαι και εγώ από αυτά που συχνά μ’αρέσει να αποκαλώ ως “δίποδα”. Ναι. Είμαι ένα δίποδο. Ξέρω ότι τα υπόλοιπα δίποδα δε θα με πιστέψουν όταν τους πω ότι ήμουν για λίγο ή και για πολύ ένα ψάρι με πολύχρωμα λέπια. Ίσως να μη θέλουν να φανταστούν πώς είναι να είσαι κάτι άλλος εκτός από ένα δίποδο.

Σίγουρα με μεταμόρφωσα σε πλάσμα με πτερύγια και στρογγυλό στόμα, για να πιστεύω ότι η φυγή θα ᾽ναι ευκολότερη. Έτσι τουλάχιστον σκεπτόμουν, όπως βρίσκω μήνες πολλούς μετέπειτα, ζώντας τότε μεν σε μιά πόλη μπουκωμένη από υγρασία, κρυάδα και μουντάδα, αρκετά μονδέρνα και κουλ δε. Με πτερύγια, στρογγυλό στόμα για έξτρα οξυγόνωση και κρυφό ασθμαίνοντας – έτσι έμοιαζε η φαντασίωση της φυγής. Φυγή για λύπηση. Ή ο καλός παρηγορητής θα ψιθύριζε καλοπροαίρετα φυγή γεμάτη φαντασία. Μα τί ευφάνταστη μπορεί να γίνει σε κάποιους η θλίψη και πώς αλλάζει μονομιάς με τη προσθήκη κωμικών στοιχείων!

Αληθεύει ότι για πόσες ώρες που δε γνωρίζω, είχα χαθεί μέσα σε ᾽κείνο το κουτί – το πρώτο κουτί φιλοξενίας ήτανε αυτό – και ελάμβανε χώρα μία παράξενη μεταποίηση αντικειμένων εντός και εκτός του κουτιού. Περίεργες μεταποιήσεις απεσταλμένες μυροφόρες μιας αρρωστημένης θλίψης. Αυτές μετά από πολλές ώρες και όταν βράδιαζε – έτσι ώστε να αρχίσουνε οι σκιές να παίζουνε μες το σκοτάδι – αρχίζανε να κλωσσούνε νέες παράξενες εικόνες που από βαθιά μαυρισμένες, εγινόντανε παράξενα γλυκές, υπέρμετρα χαρωπές και σίγουρα πέρα για πέρα φανταστικές, ναι σουρεαλιστικές θα τις χαρακτήριζανε μερικοί κιόλας. Βλέπετε, οι δίσκοι που ξεκινήσανε σα δίσκοι, είχανε την κατάληξη τους στο μπάτο των υδάτων και της αλμύρας ως ψάρια σε πολλαπλούς χρωματισμούς.

Ύστερα, αυτά τα ψάρια, το βράδυ θα παίζανε αναμεταξύ τους ανέμελα χίλια δυό παιχνίδια του βυθού. Έτσι θα διασκέδαζαν τον σκέπτη και δημιουργό τους, ο οποίος θα είχε καταπέσει στη βαθύτερη μελαγχολία, που όμως αυτή είναι γλυκύτερη και προτιμότερη από την αβάσταχτη θλίψη που έρχεται και στέκεται σαν διαβολεμένο βαρίδιο απάνω στο μικρό στηθάκι, ακυρώνοντας κάθε προσπάθεια αναπνοής. Όχι μόνο θα παίζανε τα χρωματιστά ψάρια αναμεταξύ τους, αλλά και θα τηγανιζότανε για άγνωστους χρόνους, αναδύοντας οσμές σε χρώματα. Στο τέλος κανένας δε θα τα φάγωνε. Θα γύριζαν εκ νέου μέσα στα ύδατα και τραγουδώντας στίχους που ποτέ δε θα φανταζότανε κανείς ότι μπορούσανε τα ψάρια να τραγουδούνε, θα περνούσανε από κρυφά υπόγεια περάσματα σκορπώντας τα χρώματα τους, ανάμεσα από βράχια και φύκια, πετραδάκια και κογχύλια.

Θέλω να πω δηλαδή, εκείνα τα συνεχόμενα μεταίχμια που λαμβάνουνε χώρα μέσα σε τρομερή σιγή και άγνωστη σε χρόνους μοναχική παρατήρηση, κρύβουνε μέσα τους στ´αλήθεια το πιο υπέροχο μυστικό. Μα και το πιο φρικιαστικό στ᾽αλήθεια, ιδιαίτερα τη στιγμή θέασης και αποκάλυψης του. Παρατηρητής των ίδιων σου των μυστικών, δηλαδή άγνωστων έως εκείνο το σημείο δυνατοτήτων – ένα ακούραστο σπρωχτήρι παραγωγής σκέψεων και εικόνων, μπρος – πίσω, πέρα δώθε, προς όλες τις κατευθύνσεις. Σπρωχτήρια, πύλες των μεταιχμίων.

Ο καθρέπτης έπαιξε τα πιο φανταστικά χρώματα μέσα σε περίοδο καταχνιάς και ασφυξίας, μέσα σε χώρο θολωμένο από την υγρασία και τη μουντάδα. Ήτανε θαρρείς εκείνο το είδος νου που δε γνώριζε πια αν είχε την υγειά του ή είχε αποφασίσει να ενταχθεί στην όποια αρρώστια. Ήταν εκείνος ο νους που πατούσε σε μία ενδιάμεση γραμμή – μεταιχμιακή. Έκαμε ακροβατικά απάνω σε σκοινί, σε συχνότατες αμφιταλαντεύσεις κ᾽ασκήσεις ισορροπίας και προτού πέσει, γύριζε τη σκηνή που όλοι θα έβλεπαν σε εύθυμη κωμωδία. Όμως ο καθρέπτης, όπως προαναφέρθηκε, έκαμε την αρχή του σε σκοτεινά περιβάλλοντα.

Συχνά με βάζει στο ερώτημα, τί χρώματα θα έδινε σε χώρο εξαρχής χαρωπό και ιδανικό.

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

The panic-stricken experience of life: why panic and chaos are good

 

The Greek word kybernesis refers to the ability to govern a shipto rule or lead something. The art to control. One of the ways to escape control is the invisible revolution. It’s something that I like to call “The Fog”. A scattered, diffuse, unconventional approach – deeply unpredictable, but still synchronized in order to strike. That’s what we need today: We need to enter the fog and consider chaos and panic as a chance to alter things, not as reasons for experiencing everyday life with fear, anxiety and vanity. Chaos and panic create an enormous field for improvisation and experimentation. To become part of the fog means to finally understand that shadow and darkness constitute parts of ourselves and our nature. Once this sort of acceptance is made, the shadows will lead to the realization that believing in direct democracy is simply a fiction. And exactly this is the use of shadows and darkness in our nature: helping us define fictions from realities. Thus, becoming part of the fog means becoming invisible, recognizing that one represents nothing and there are no identities.

In a world of well regulated scenaria, perfectly calculating programms, faultless division, good positioned options and actions… What constitutes in this word an obstacle? What isn’t working perfectly? What limps along?

One of the ways to escape control is the guerilla. A guerilla is different than a war. It’s a mixture of freedom of actions – where the individuality is held and preserved – and of a not that strictly and tightly organized battle for a common goal. It’s the field for intensily commited improvisations. It is the improvisation itself. And exactly that’s the difference between the war and the guerilla – and the success of the guerilla. Because battle is not anymore the only process of war, neither the destruction and elimination of the enemy. No, that’s not the main goal – especially when there is talk of enemies with no visible faces and faceless powers. In that case stories of battes are useless and absurd – a series of wasting energies actions, where the real enemy and problems are not calculated well enough.

Part of this calculation and just rational thinking, description and detection of the real problem, should be the recognition of the fact that most of the wars are wars of contact(s), wars of information. Imagine for example two armed forces fighting each other· they both try hard staying close to each other and avoid a possible tactical surprise. Of course there are wars of detachment too. In that case the enemy maintains a tacit attitude – almost an unspoken threat attitude – and shows up just to attack.

But the guerilla works through other mechanisms and series of acts. Act number one: I am creating reality. I am damaging and I am damaging myself through me damaging. This is sabotaging. My behaviour doesn’t exist in this moment for the order, plans or intentions, which are damaged with me. Because I am absolutely Nobody. And my pleasure goes beyond every order, every plan, every intention. Act number two: I am not reacting to human or machine feedback-loops, which are trying to seize me. I am aloof, I am not entering this flow and river space, I am not joining, I am staying. Passivity is now my efficacy against every order, plan and intention. Against the anti-fog system. I am absolute Nobody. I am enjoying in perverse ways. But I am keeping to myself.

Policies and wars are formed by a kinetic dimension we often tent to dismiss. In the end it’s all about time: speed and slowness. Of course speed is always nice – especially when being faster than those who rule. However slowness is the hidden virtue many of us happen to not pay attention to. Moving slow is a great way to resist and fight against those, who rule. Why? It’s simple: The flow of information delivered nowadays is so huge and rapid – the communication process also – that the fluctuations and alterations taking part inside the system are eventually insignificant and basically uncapable of truly changing the way the system works. Therefore tactics of slowing down are very important and effectively fight the current system. Moreover slowing down processes are important for the way of living anyway – the way of living, which doesn’t only base on plain exchange of information. Thus, it’s clear that speed supports the current system while slowing down processes interrupt the flow and rivers.

To understand that everything is movement and based on kinetic dimensions – exactly like our bodies do – is elementary in order to change the current way of living. Because rhythm is the opposite of programming. It depends on the life-forms themselves and every body brings a different rhythm with it – even when a body’s leg limps, there is still a very original rhythm there, which simply shows that to limp is part of the nature too. It’s  natural thing.

 

 

 

 

 

 

Stigma

What we often forget – and that’s one of the big collection of reasons humanity suffers so much, is that we stigmatize behaviours. We have that power: The power to shape people – sculpturing the insides mainly of people’s cosmos, then also the outside, which practically illustrates the inner processes. Thus, we often are not aware of this particular ability we have. We often take the possibilities we have for granted (but in a bad sense), commiting “one-night self-criticism stands”, failing to truly face ourselves – mainly because of the fear nesting inside us. And that is not always a matter of arrogance. It is actually something even more tragic: namely it is the distrust in ourselves and our nature and thus the distrust among others.

The word “stigma” finds it’s origins in the Latin and Greek language. Though it is often used in many different metaphors, it initially appeared in order to describe a mark made on skin by burning with a hot iron mark or in general a pointed instrument. When I was in elementary school I frequently used this word in the essays or little poems I was writing down. My feeling was that this particular word is made of a rare directness and a satisfying intensity. A bit extravagant, but still very characteristic. Like these kind of words, one will understand even if he doesn’t know the word’s meaning – only from the way it is pronounced.

Later, when time passed and everyone was getting older, I started being really concerned about the concept of time and memory. It was then, when a bunch of stigmata (plural form of stigma) in different colours and letter shapes made their appearance in some of the dark rooms of my head. And there was a whole connection between time, memory and stigmata. I started screaming silently with only observer myself that “Yes, people do remember”. But we often forget about that fact: Specifically the fact that we have a memory· in fact a memory with high potential and some creepy possibilities. And when we totally become aware of the fact that we got the power to stigmatize others through verbal or non-verbal actions, then we will start to gradually approach our own core. Almost clarity – or at least the sense of clarity, which lasts only for some seconds.

Stigma, stigmatize, stigmatic, stigmatization. A whole family of words springing from one and the same root, ready to be placed in different positions in a sentence. Ready to paint a canvas of metaphors. Ready to fire a vivid series of internal images, spectacular visuals and impressions. Of course language expands across behavioural structures, neurologic compositions and possibilities, actions and reactions. And the bunch of letters, which appear on a piece of paper are not just letters any more. These are letters finding another practical interpretation outside the paper, somewhere, where bodies move and decisions are taken. It is not about literature any more. It is not about fiction and textual images.

All the metaphors, which sound very much vivid and stigmatic (leaving a mark somewhere in your memory) hunt to describe human actions. Conversely, human actions create vivid and stigmatic metaphors. And this last one is what we somehow forgot about. Lost in that romantic world of beautifying through language and arts – a wonderful process indeed, but a process in which all these real human actions stigmata should be recorded and described.

 

The needle spins around

it points and decides.

The past is then unreal,

oblivion the only heal.

 

“Oblivion, oblivion!” they scream

to fix everything,

velvet like a cream.

The marks are though too deep,

there is no beauty sleep.

 

 

 

 

 

Modern chicken market

All over the world, there are fancy big cities, where people think living there shoud be cool and exciting. Yes, in a way it is alluring, but still there are daily problems there, which need to be discussed and solved.

Since I moved to Berlin and considering that I grew up on an island somewhere in the western Greece, I realized more than before, why people pay high prices for their vacation and especially when it comes to nice places located somewhere in the nature. Thus, when we – the people who grew up in the nature – may laugh about these people paying a fortune in order to spend their holiday in places near the sea or somewhere in the countryside and near the mountains, we should probably spend some years living in a big urban city, where the body’s energy reserves start dying in the first 5 minutes one steps outside his house door. Yes, living in modern fancy cities isn’t always that fancy. It’s even more funny, when actually going outside the streets and asking people about the things they don’t like while living in a big city, the majority will more or less name the same things.

But to be honest, I started writing this article on impulse and without really planning it after struggling with one – in my opinion always – of the most important and basic things in all human beings lifes: Accommodation. It’s a very usual, I would even say it’s a normal, situation here in the fancy big city, where I currently reside in, living for some months in a cool flat somewhere in Neukölln, then the next months somewhere in Kreuzberg and afterwards the universe knows where else. Living like a modern nomad may basically not sound that bad at all, but let me please explain in my point of view, what’s actually happening in human behaviours and lifes: Consider that most people here share a flat with one, two, three or more people because of the high flat prices (which by the way increase more and more every year). Therefore it’s usual living for some months with two or three people, then the next months with one and pick a lottery ticket the next time to tell you with how many in the future. The people’s combination is always changing. Of course I’m not claiming that meeting new people is a bad thing in life, but living and sharing a house with many different people is very different than hanging outside with people for some hours, drinking a few beers. There is a completely different context there, a different scenario and compostion, a different background and by far other conditions one starts these relationships. But let’s not become too specific by analysing people’s relationships through their common living. Let’s just focus in general on this constant changing accommodation places as a phenomenon.

In this article I’m not trying to claim or prove that living in a fixed place for a long time is better than changing places, where one lives – though I admit that the article’s title clearly predisposes to a very specific view and that I clearly prefer having one fixed place as a reference point and move constantly outside this reference point, knowing that I can always return there. So, what I’m only trying to do, is first describe this phenomenon and then – whether I want it or not – place myself and express my point of view as part of this phenomenon.

I have no idea, what makes people happy. Therefore I have no idea, how people prefer living. However and through my very personal experience while looking for different flats and places to stay, I couldn’t really detect a positive point of this whole searching process. It was mostly a waste of time, where one had to present himself – not necessarily as who he or she really is, but very often as someone else, just to make sure there are higher possibilities to be accepted by the other people living in the flat – and run from the one city’s side to the other. Imagining also that one is working, it should be fun spending the evening by checking out new flats and meeting new people with very different expectations from their own lifes, way of living and of course anyway their very own pace of life. It’s not me being misanthropic, it’s just how things simply are and if someone says that this is an entertaining thing to do for a longer time (looking for places to stay), then I would propose that there are some other nice things out there to do for entertainment. I’m still trying to explain to myself this very vivid picture that emerged somewhere in my head, already very soon when entering for the first time this “searching for a flat” process: I’m walking through the tight alleys of a chicken market. The lights are something more than intense. They’re falling on the hanging chickens so that I’m able to see every damn detail on their dead skin. The chicken’s heads are missing – heads don’t matter anymore, everyone – everything – is the same. I then realise that this whole “picking out” process is just a stupid illusion. In the end one just needs a chicken.

I’m very much aware that this may be a hard and an extreme scene to present there, but still it’s an interpretation. It’s a feeling. Even if the rents continue to increase and people won’t be able living alone in their own flats, they should be at least honest about their expectations and the way they enjoy living. That’s one very good way for starting and solving this tragic problem of accommodation in big modern cities, where most of the people share a flat mainly because of financial reasons. Being honest and having the abiity to discuss without necessarily expecting something – practically being a good listener, means eventually saving time and therefore enjoying a better quality of life where each individual has the opportunity of being more close to it’s genuine side. Certainly it’s wonderful living with other people and building relationships, but this constant flat changing won’t even let people create something is it as individuals or as a part of a group. I furthermore believe that this phenomenon strongly contributes to neurological difficulties, affecting the nerves causing constant distraction and anxiety. The affection rate varies of course from person to person, but still changing constantly the people one lives with must somehow affect the way a person behaves and reacts.

In the end we will all have to watch out that this mobility and all these endless possibilities won’t end up toxic for our daily life and that the quality and functions of our brains won’t decrease dramatically, because of the constant distraction and need for reorganisation of our goals.

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Πιξελοασπράκια για την στήλη «Αυστηρά μονολογικά»

Είχα ξαπλώσει στο πλάι. Το σώμα κουλουριασμένο σε στάση εμβρύου. Τα μάτια κλειστά απάνω στο μαξιλάρι. Σκοτάδι. Μικρά ασπράκια μέσα στα μάτια μου, μέσα στο απόλυτο σκοτάδι. Κολλημένα στα βλέφαρα μου. Σκάνε – παφ, πουφ. Σαν ηλεκτρικό ρεύμα – μικρά πιξελοασπράκια. Συνδέθηκα. Συνδέθηκα με τί; Το μαξιλάρι μοιάζει να βουλιάζει όλο και περισσότερο. Θαρρείς και άνοιξα μια πελώρια τρύπα στο κρεβάτι. Μια τεράστια ρουφήχτρα. Ή μήπως τραβάει το κεφάλι μου μια τεράστια άγκυρα; Να το πάει πού; Υποθέτω θέλω να καταλήξω ότι παρόλο που δε με βάζω να κουνηθώ το κεφάλι μου φαντάζει ιδιαιτέρως κινητικό και ζωντανό. Μαζί και τα πιξελοασπράκια. Κάποιοι – μαζί και εγώ – θα έλεγαν υπερβολικά ότι είχα διεισδύσει σε άλλο ντάϊ-μένσιον (ντιντ αϊ μένσιον δατ αϊ αμ ντάϊ-νγκ; ιτς ενάδερ ντάϊμένσιον). Κάτσε να στανιάρει το κεφάλι, θα φοκουζάρει σα βελόνα πυξίδας όπου τέλος πάντων θέλει να πάει. Φυσική μέθη από εκείνη που οι περισσότεροι δε πιστεύουν όταν την περιγράφεις ότι υπάρχει – θα νομίζουν ότι είναι απόλυτα κουλ το γεγονός να θεωρείσαι μεθυσμένος ή χάϊ στη ζωούλα αυτή, οπότε εγώ το έχω εξελίξει και προκαλώ ασχημότερα όταν τολμώ να ξεστομίσω ότι το είδος χάϊνες που επιλέγω δεν ανήκει σε εκείνα τα χάϊνες που ψωνίζει κανείς με χάρτινα ή με κέρματα. Ναι, δε θα κρύψω ότι νιώθω ιδιαίτερα τυχερή.

Ας περιγράψουμε την τύχη που με βρίσκει περισσότερο από συχνά λοιπόν: Τα μικρά άσπρα τετράγωνα και βουλάκια που σκάνε στο εσωτερικό των ματιών μου λοιπόν θα είναι προϊόν φυσικής μέθης, ύστερα από αλλεπάλληλες ζυμώσεις και μερικά ταξίδια μπρος, πίσω. Και δε θα είναι πάντοτε τόσο ευχάριστη η μέθη αυτή – υποθέτω το ίδιο συμβαίνει εάν κανείς βαρέσει παραπάνω ποτά ή χτυπήσει λάθος συνδυασμό ποτών. Έτσι λοιπόν και οι ζυμώσεις στο μαλακό εσωτερικού της κεφαλής δε θα συμπεριφερθούν πάντοτε όμορφα – φακτ είναι ότι δεν έχουμε πάντα τον έλεγχο των ζυμώσεων, είτε μεθούμε φυσικά, είτε όχι. Τέλος πάντων, εκείνα συνέχιζαν να σκάνε – παφ, πουφ – και θαρρείς έπιανες σε κάθε ασπράκια μία προβολή μερικών δευτερολέπτων σαν σε απάνω σε πανί λευκό – θερινό σινεμά. Εκεί όπου έπαιζε η μια σκηνή, έσβηνε για να έρθει η επόμενη και να καθρεπτίσει απάνω στο λευκό. Κουτιά, κουτιά, κουτιά παντού. Ένα πελώριο μαύρο κουτί που με κλείνει, ένα άλλο κουτί πάνω στο οποίο ξαπλώνω τη μάζα μου, ακόμη μερικά μικρότερα, λευκά στο εσωτερικό μου. Ανησυχώ για τους κύκλους. Πού εξαφανίστηκαν οι κύκλοι και γιατί δε προβάλλω κύκλους; Αποφασίζω ότι εγώ είμαι ο προβολέας, οπότε εγώ και προβάλλω ότι επιθυμώ και αυτό που επιθυμώ είναι η φυσικότητα. Η φυσικότητα της φυσικής μέθης προστάζει τετράγωνα κουτιά σε λευκό χρώμα. «Μην αντισταθείς λοιπόν» μου λέω.

Μα αυτά τα λευκά μυγάκια με τις εκτυφλωτικές, στιγμιαίες λάμψεις θα πηδούν από εδώ και από εκεί και τώρα που διαλέγεις να τα ερμηνεύσεις ως και μεταμορφώσεις σε μύγες, για να σε δω να γίνεσαι μυγοκυνηγός. Ακόμη ομορφότερα να σε δω να εξηγείς, όσα κάνει ένας μυγοκυνηγός και μάλιστα ένας που θα κηνυγάει αόρατες μύγες. Κάποια συμβάντα είναι πραγματικά προτιμότερο να μένουν μεταξύ σας, δηλαδή εσού και ο εσού εαυτός σου και πάλι. Υποθέτω για αυτό το λόγο το παρόν κείμενο εμφανίζεται σε στήλη με την επιλογή ονομασίας «Αυστηρά μονολογικά». Τουλάχιστον όχι «Αυστηρά ηλίθια για τους γύρω εγκεφάλους». Δες, εξάλλου δεν είναι και τόσο άσχημα να παίρνεις στο κατόπι μερικά λευκά σχήματα που σε κάποια χρονική στιγμή θα ερμηνεύσεις ως μυγάκια.

Οι προβολές αυτές των λευκών τετραγώνων θα μπορούσαν να παίζουν για ώρες σίγουρα. Έτσι παρατηρώ. Οπότε συχνά όταν οι υπόλοιποι θα αναρωτιούνται με ποιό τρόπο καταφέρνω να περνώ ατελείωτες – και δίχως ανάγκη μέτρησης – ώρες μόνη, εγώ θα τους ξεκινώ στα πιξελοασπράκια και στη περιγραφή τους, μα δε θα μοιάζουν και πολύ να πείθονται – συχνά θα πρέπει να συμβιβαστούμε με το γεγονός ότι η πλειοψηφία των ανθρώπων αρέσκεται σε περισσότερο οικείες εξηγήσεις, δε θα πω απλότερες. Συνήθως ο κόσμος έχει έτοιμες απαντήσεις, προκειμένου να βουλώνει τις τρύπες που είναι γεμάτες ερωτηματικά σύντομα και γρήγορα – σαν τις λακούβες στους δρόμους που θα μπαλώνονται ξανά και ξανά (καθησυχαστήκαμε). Έτσι λοιπόν μέσα στο απέραντο μαύρο, αιωρούνται λέω λευκά κουτιά και όλα μαζί συνθέτουν αμέτρητα μικρά πιξελάκια σαν αυτά που συναντούμε στις οθόνες μας συχνά. Το καθένα φέρνει και μια εικόνα ή μια πληροφορία. Ύστερα κάποιες φορές ανταμώνουν μεταξύ τους συνθέτοντας μία άλλη ιστορία. Άλλοτε τυχαίνει να μείνουν αποκομμένα, ως μονάδα να συνθέσουν μια διήγηση. Και εγώ θα είμαι μάλλον ο παρατηρητής, ένας μέτριος παρατηρητής θα έλεγα, να εξασκεί ακριβώς αυτό – την τέχνη της παρατήρησης ή παρατηρητικότητας μήπως.

Λεκτική φωτογράφηση τη μάνας: Η πόλη των σκωληκιών

Στη πόλη των σκωληκιών και των χαμηλών αμπελιών, με τον ήλιο να σέρνεται εναλλάξ εκατέρωθεν, διαμέσου τους κάπως θερμότερος από τον βορινό ήλιο της Τζερμάνια που με συνήθιζα μήνες τώρα· εκεί θα αδειάσει η λοκομοτίβα τους ταξιδιώτες – ο καθένας στο σκοπό του. Την ίδια ρούτα έχω ξανακάμει με τον ίδιο στόχο: Η πόλη των σκωλικιών μικρή, παραμυθένια, σα να μην αγγίζεται από τα δάκτυλα του χρόνου. Ξεκίνησαν να με φέρνουν με το αμάξι μέσω Ιταλίας, τότε Ελβετία επίσης – θα ήμουν περί τα τέσσερα. Από τότε επέστρεφα ανά διαστήματα στη φυσαλίδα αυτή – θα ήταν όντως μια πόλη σε σχήμα φούσκας που θα γινόταν όλο και μικρότερη κάθε φορά που ο καιρός  θα φάλτσαρε: Όλοι θα μαζεύονταν στα σπίτια, στα ψώνια, αναμονή για τα Χριστούγεννα και τις εκκλησίες.

Η αγγλική λέξη “worms” σημαίνει σκουλήκια. Έτσι ονομάζεται και η πόλη που με φωνάζει κάθε τρεις και λίγο, σε διάφορες ηλικίες ανα διαστήματα, να αναβιώσω τη ζωή της μάνας μου: ένα κάρο ατελείωτα περάσματα μέσα από το σώμα και την πιθανή ψυχή της. Η γερμανική λέξη για τα σκουλήκια παρόλο αυτά είναι “Würmer” (ενικός Wurm). Ο κόσμος της μάνας, το φτιάξιμο και η στόφα της. Σαν πατάω πόδι κάθε που στέκομαι με τα ντακουνάκια μου στα γερμανικά, μεσαιωνικά καρόστρωτα, είναι σα μέσα από τα μάτια μου να βλέπει η μάνα μου. Δεν είναι πια δικά μου ζευγάρια μάτια, δεν είμαι πια εγώ και ούτε που ξέρω κιόλας καμία πραγματικότητα του μεγαλώματος της μάνας εδώ που βρίσκομαι χρόνια μετέπειτα εγώ ως επισκέπτρια. Μα ομολογώ ότι ένα αόρατο πράμα μου ταρακουνάει τα στήθη, τρυπώνει μέσα μου και με πετάει στους ανέμους. Η ελαφρότητα μου πέρα για πέρα αισθητή. Η περιεργειά μου μεγάλη.

Είναι τέλος Οκτώβρη, μα οι μέρες φέρονται γενναιόδωρα μαζί με τον καιρό κύρη να κερνάει γλυκόκρασο άφθονο. Σίγουρα σα ταξιδιώτισσα έχω σκοπό – όχι μόνο έναν φυσικά, οπότε φροντίζω για το απαραίτητο χάος και έτσι για τη φυσική πρόκληση απανωτών ερεθισμάτων. Θα βρεθώ σύντομα σε μία πέρα για πέρα φυσική κατάσταση μέθης, όπου το εσωτερικό της κεφαλής μου θα μαλακώσει σαν εσωτερικό σαλιγκαριού: χαμόγελο δίχως συγκεκριμένο σκοπό και στενά τετ α τετ με το σε υπέροχη, θελκτική θερμοκρασία τζάμι του λεωφορείου, έτοιμο, διπλοφουρνισμένο με τη βοήθεια του ηλίου. Το κόκκινο λεωφορείο με τις μπλε βελουτέ θέσεις στο εσωτερικό του, θα μας ανεβάσει σιγά σιγά στο λόφο κάπου βόρεια στα περίχωρα της πόλης, εξωτερικά λιγάκι. Είχα ξαναβρεθεί στο λόφο αυτό με το περίεργο – μάλλον άψυχο – όγκο τσιμέντου απάνω του και γύρω γύρω περικυκλωμένο από υπέροχα ευθυγραμμισμένες σειρές αμπέλια να προσπαθούν να τον ζωντανέψουν. Ευτυχώς οι βασικοί επισκέπτες του θα πρέπει να ήταν τέζα κατά την άφιξη τους εκεί. Φυσικά υποθέτω ελάχιστοι δίνουν αξία στις αισθητικές ή στη περιγραφή της αισθητικής όταν ετοιμάζονται να περάσουν τις πόρτες του νοσοκομείου. Μα σκέφτηκα ότι εάν κανείς ανήκει σε εκείνους που θα προσέξει, τότε στη προκειμένη θα βρει ενδεχομένως παρηγοριά κοιτάζοντας έξω από τις τζαμαρίες της τσιμεντένιας μάζας τις θαυμάσιες αμπελογραμμές που φτάνουν μέχρι το βάθος να συναντήσουν τους πελώριους ανεμοτροχούς – μεγάλα λουλούδια από μέταλλο και χάλυβδα.

Προτού την άφιξη σου στον τσιμεντένιο όγκο θα σε περάσει το λεωφορείο μέσα από τα στενά της πόλης των σκουληκιών: Φροντισμένα κηπάκια μινιόν, με αμέτρητα κουρέματα θάμνων: Ένας ολοζώντανος κατάλογος λουλουδικών – το καθένα στην εποχή του. Μερικά χαμόσπιτα και μερικό τριπάρισμα στη μπλε βελουτέ θέση του λεωφορείου, θα σε φέρουν πιο κοντά στη μικρά Αγγλία. Ναι, νομίζω είμαι μέρος βρετανικού κωμοπολιακού σκηνικού – δίχως καμία σημασία να έχει η έλλειψη πραγματικού ερεθίσματος, δηλαδή σύγκρισης και ταυτοποίησης με τη πραγματικότητα, μιας και όσα γνωρίζω για την Αγγλία είναι μονάχα μέσα από εικόνες και διηγήσεις. Το μάτι μοιάζει ποτέ να μη χορταίνει τους χορούς της φύσης, την ομορφιά της που ξεχύνεται ασταμάτητα και αποτυπώνεται παντού λες και δεν έχει τέλος – με αφήνω μέσα σε αυτή τη κατάσταση φυσικής μέθης, ενώ οι τέσσερις τροχοί εξακολουθούν να σκαρφαλώνουν όλο και πιο βόρεια.

Μια διακλάδωση γεμάτοι παρτέρια με κισσούς εδάφους να αφρίζουν από παντού και μερικά φθινοπωρινά φύλλα πεσμένα απαλά απάνω τους. Θεσπέσιες συνθέσεις που βρίσκουν τη θέση τους σε μια διασταύρωση του δρόμου. Εκεί και οι διαβάσεις που θα επιτρέψουν στα παιδόπουλα με τα τετράγωνα τσαντάκια τους να περάσουν με ασφάλεια την άσφαλτο. Εάν έστριβες το κεφάλι σου αριστερά θα έβλεπες ένα σχολείο και ένα κάρο κινούμενα χρώματα να ξεχύνονται από μέσα του: Μικρά παιδόπουλα. Τότε όλα γυρίζουν τα κεφάλια τους και με κοιτούν που έχω κολλήσει το δέρμα μου απάνω στο παράθυρο. Όλο μου το πρόσωπο μία τεράστια ζύμωση απάνω στο παράθυρο. Μεγάλη κολακεία το παιδικό ενδιαφέρον και τα παιδικά βλέμματα. Πάντα νόμιζα ότι τα παιδικά βλέμματα έχουν μεγαλύτερη αξία, μα είναι αρκετά δύσκολο να τα κάνεις να διαρκέσουν πολύ. Θα εξαφανιστούν όλα μαζί μπροστά από τη μούρη του λεωφορείου – τσουπ, τσουπ – και θα ξεκολλήσω το πρόσωπο για να γυρίσω να τα κοιτάξω. Φυσικά και βρίσκονται ήδη αλλού με το βλέμμα τους. Ήμουν προετοιμασμένη για αυτό. Αυτή τη φορά θα εφαρμόσω τη πλάτη στο τζάμι – φανταστική η εισχώρηση έξτρα θερμότητας στο σώμα μου. Υπερβολικά χαλαρή θα τεντώσω τα πόδια μου και στο δίπλα κάθισμα. Κανένας δε θα έρθει πια να κάτσει – ήδη έχουμε σκαρφαλώσει πολύ βόρεια, σχεδόν βλέπω το λόφο με το τσιμεντένιο κουτί απάνω. Το λεωφορείο σχεδόν άδειο.

Πίσω το επόμενο πρωί νωρίς θα έχω ξεχάσει τα ταξίδια με το λεωφορείο και θα εχω επικεντρωθεί στη περιγραφή του στενόμακρου δωματίου με το ένα παράθυρο και την κόκκινη χριστουγεννιάτικη κουρτίνα να κρέμεται με το χονδρό ύφασμα – το φως αδύνατο να περάσει από μέσα της. Ψωμολυσάει να πετάξει μερικές γραμμές του στο εσωτερικό του μικρού κουτιού, δηλαδαλή δωματίου. Εδώ θα πλαγιάσει, εδώ θα ξαποστάσει το σώμα που θα γιομίζει με όνειρα το κεφάλι της, να προβάλονται στους λευκούς, άτονους τοίχους, στη ντουλάπα με τα γυαλιστερά μπεζοπράσινα φύλλα με εφέ καθρέπτη που απλώνεται στη μία πλευρά του τοίχου. Ονειροπαγίδες τα σκόρπια έπιπλα και οι στιβάδες από πακεταρισμένα παλιά ρούχα. Πού είναι το ραπτάκι της θα αναρωτηθώ και τα σύνεργα της, τα κλωστάκια και τα μπλοκ της. Αυτά τα είχε φέρει κάποια στιγμή μαζί της από αυτό το δωμάτιο στο νέο της πια βενετσιάνικο σπιτικό μέσα στις ελιές: Kάτι τεράστια μπλοκ με μερικές φιγούρες μολυβένιες μέσα να αιωρούνται ανέμελα. Ψιλόλιγνες και απρόσωπες. Τα ρούχα σχεδιασμένα με λεπτομέρεια και μερικές λέξεις σκόρπιες θα έδιναν τις απαραίτητες, τελειωτικές κατευθύνσεις. Υποθέτω ότι το μεγαλύτερο σόου ελάμβανε χώρα στο εσωτερικό του κεφαλιού της – σίγουρα από εκεί “ψώνισα” την οπτική μου μνήμη – αργότερα τα ελεύθερα μου σχέδια, τις συλλογές μπλοκ μου με μολύβι και κάρβουνο. Το πάθος μου για τη φωτογραφία.

Είμαι μια άλλη κόρη που έρχεται να φυτευτεί στα ίδια μέρη μισά χρόνια μετέπειτα. Χορεύω προκλητικά σα μία άλλη δεύτερη μπροστά από τη θύμιση των στενά εμπλεκόμενων, χορεύοντας να γλιστράω τα δάχτυλα μου στα τοιχώματα της μνήμης τους – τα σενδούκια ενεργοποιούνται, ανοίγουν ένα ένα. Τώρα το σώμα, το πρόσωπο μου, όλα μου, θα γίνουν για λίγο εκείνη. Θα λιώσουμε σε ένα καλούπι μέσα. Εγώ και εκείνη. Μέχρι που θα με βρω επιστρέφοντας στο κουτί της μπροστά από τις παρατημένες πολύχρωμες μηχανές που δίνουν τσίχλες. Κάπου έξω στους δρόμους, στα πεζοδρόμια της πόλης. Πελώριες, κυλινδρικές τσίχλες σε διάφορα χρώματα που γίνονται δικές σου με μερικά κέρματα. Ήταν η χαρά της ξέρω μετά από το σχολείο. Οι τσίχλες, οι σοκολάτες, η ζάχαρη. Ζάχαρη μπόλικη να πέφτει σα νιφάδες χιονιού στη πόλη των σκωλικιών, σε ένα σπίτι μεταναστών, σε μερικές σειρές από λέξεις που όλα αυτά περιγράφουν. Μπόλικη ζάχαρη…

Τις λέξεις

Να αγγίζεις με το ανενεργό χέρι μαλακά· το ένα μισό του φύλλου σου – είναι το χέρι παρατηρητής – εκείνο που παρακολουθεί το άλλο να γράφει. Σχεδόν το φλερτάρει, το θαυμάζει τρομερά για την ικανότητα του να γεμίζει τα κενά φύλλα με λέξεις, ιδέες. Το παρακινεί μάλιστα συχνά να συνεχίσει τον μακρύ χορό του απάνω στα λευκά φύλλα – να τα γεμίσει με ζωή. Πού και πού το χέρι χορευτής παύλα γραφέας κάνει μερικά διαλείμματα για να ξαποστάσει. Και τότε είναι που βρίσκει την ευκαιρία να ανταλλάξει μερικές κλεφτές ματιές με το χέρι παρατηρητή:

Χέρι γραφέας: Συχνά περιπλανιέμαι απάνω σε κενές, άσπρες σελίδες, δίχως ζωή, εντελώς νεκρές σελίδες. Και τότε χάνω το θάρρος μου εύκολα. Δε ξέρω εάν θα μπορέσω να συνεχίσω. Πολλές φορές οι λέξεις που ετοιμάζω να ρίξω απάνω στις προκλητικά άδειες σελίδες διαμαρτύρονται – σχεδόν ουρλιάζουν. Διαμαρτύρονται νομίζω, επειδή τις πιάνει ο φόβος. Και εγώ ύστερα δε ξέρω πώς να προχωρήσω. Από τη μία οι λέξεις έχουν κάθε λόγο να αποφεύγουν τις νεκρές σελίδες, από την άλλη όμως θα μπορούσαν να κατανοήσουν καλύτερα το σκοπό τους και να ξεπεράσουν το φόβο τους.

Χέρι παρατηρητής: Γνωρίζουμε και οι δυο μας πολύ καλά ποιός ο σκοπός τους.

Χέρι γραφέας: Γνωρίζουμε. Εκείνες δε γνωρίζουν. Αλλά δεν τις αδικώ. Έχουν υποστεί πολλά οι λέξεις.

Χέρι παρατηρητής: Κάνε να εμφανιστούν απάνω στο χαρτί. Πρέπει να τις πείσεις να αποκαλυφθούν. Αυτός είναι ο σκοπός τους. Άμα δειλιάζουν εκείνες τότε τί απομένει ύστερα; Κομμάτια κενό χαρτί. Η συνεχή αποκάλυψη τους σε τέλειο συγχρονισμό – αυτός είναι ο σκοπός τους. Εάν ήξεραν μόνο πώς μοιάζει… το κενό – δε θα το ήθελαν ποτέ να μείνουν για πάντοτε στην αφάνεια και στο δισταγμό.

Χέρι γραφέας: Απλώς επιθυμούν την ασφάλεια τους.

Χέρι παρατηρητής:  Απλώς. Χα! Απλώς λες – το ξέρεις και ‘συ και ‘γω ότι η ασφάλεια είναι ένας μύθος. Δεν υπάρχει τέτοιο πράγμα – τέτοια κατάσταση. Όλα είναι δυνατά κάθε στιγμή. Όποιος νομίζει ότι είναι ή ήταν ποτέ ασφαλές – υπό οποιαδήποτε έννοια, μάλλον τρέφει ψευδαισθήσεις. Ποιός μπορεί άλλωστε να ζήσει παρατηρώντας τον ίσκιο του να τον ακολουθεί συνέχεια; Καλύτερα να μην υπήρξε ποτέ – εάν είναι να ποδοπατά τον ίσκιο του για πάντα.

Χέρι γραφέας: Μα ύστερα ξέρεις είναι και το άλλο: κάποιες από αυτές γνωρίζουν πολύ καλά την αξία τους και δε θα εμφανιστούν έτσι εύκολα.

Χέρι παρατηρητής: Για τον σαπισμένο εγωισμό που μεταλλάχθηκε σε εγωμανία δεν έχω καμία καλή ιδέα.

Χέρι γραφέας: Είναι τόσοι πολλοί οι λόγοι τους…

Χέρι παρατηρητής: Το γνωρίζω αυτό. Εκείνες λεηλατήθηκαν και κακοποιήθηκαν χειρότερα από σώματα – έγιναν γέφυρες για τρομερές, αισχρές συμφωνίες και οδήγησαν σε σκοτεινά, λερωμένα μονοπάτια – συχνά δίχως επιστροφή. Τις λέξεις ναι· τις σεβαστήκαμε λιγότερο από οτιδήποτε άλλο. Δε πήραμε στα σοβαρά τα νοήματα τους, τις περιγελάσαμε και τις απαξιώσαμε – και νομίζαμε ότι μπορούμε να ξεπαστρέψουμε και μπογιατίσουμε τα νοήματά τους. Να φτιάξουμε σύνολα από λεκτικές αλλοιώσεις όποτε εμείς το επιθυμούμε. Εμείς που φτιάξαμε τις λέξεις, εμείς που φτιάξαμε τη γλώσσα.

Συχνά

Συχνά ο εγκέφαλος ξεφλουδίζεται σα φρούτο με πολλαπλές στρώσεις δέρμα

μαθαίνει να χαραμίζεται σ’ αέναες χρονογραμμές, συχνά δίχως συγκεκριμένο θέμα.

Σα σπίθες μιας στιγμής η μία την άλλη θα προσπεράσουν

οι σκέψεις μέσα σε αυτόν, δίχως να ξαποστάσουν.

Δε θέλω να πω πώς είμαστε εκείνοι οι ΄χορευτές του νου΄ ντε φάκτο καταδικασμένοι,

μα γερό στομάχι το θες, η πράξη τη νόηση να αντιβαίνει.

Αδύνατο μοιάζει, εξωπραγματικό και αλλόκοτο.

 

Συχνά ο εγκέφαλος σα γάτα νιαουρίζει, να ταιστεί επιθυμεί και το κουτί ν’αφήσει,

θα κάνει εμφάνιση παντού, απ’όλα κατιτίς να πάρει

από σκεπή σε σκεπή θα πηδά, τα ίχνη του εκεί απάνω θα τα καδράρει.

Εγκέφαλε, εγκέφαλε γιατί ποτέ σου δε χορταίνεις

και τα τοιχώματα σου πιότερο θέλεις να τα πλαταίνεις.

 

Το μόνο γιατρικό σου είναι η πατρίδα, τα μέρη που σε γέννησαν,

τα μέρη που τον εξωτερικό σου φλοιό τον είδαν.

Εκεί όταν αρχίζεις και ξεχνάς, εκεί να πας να τρέξεις

και το γνωστό βουνό όπού σκαρφάλωνες – τότε σε σχήμα καρυδιού,

με αυτό να ανταμώσεις,

ζύγωσε πιότερο κοντά τη ζεστασιά να νιώσεις.

Ανέμισμα γλυκό κ’ ανάλαφρο που μυρωδιές σου φέρνει

εισέρχεται στο μέσα σου, καρπούς νέους και σπέρνει.

Η κάθαρση στο ύψωμα σα ντάμα θα προσμένει

κ’ αφού η ψυχή εκεί απάνω κεραστεί με της φύσης τα πιο ωραία χάδια,

ο νους για λίγο θα ξεγελαστεί και θ’αφεθεί, βγάζοντας φωνή

“άι στα κομμάτια και άι στα ρημάδια”.